21.12.17

Η Αφηγήτρια & Οι Δέκα Πληγές του Φαραώ vol2

Τέσσερις ώρες διήρκησε η καταδίωξη του Ρατατούη, όταν ο Κουταλιανός κατά τον κόσμο Χάρης, στρίμωξε επιτέλους τον ποντικό στην πόρτα έξω από την κουζίνα. Άρπαξε το δόρυ του, ήτοι το σκουπόξυλο, και ωσάν να ήθελε να σκοτώσει Τυραννόσαβρο  Ρεξ, του βρόντηξε μια δυνατή σκουποξυλιά στοχεύοντας στο Δόξα Πατρί.

Η πόρτα άνοιξε διάπλατα από τη σμπρωξιά, το σκουπόξυλο διαμελίστηκε σε χίλια κομμάτια και ο Ρατατούη αλόβητος, αλλά φανερά τρομοκρατημένος, βούτηξε μέσα στην κουζίνα αλλόφρων. Το χειρότερο μόλις είχε συμβεί. Ποντίκι στην κουζίνα σήμαινε ότι ο χειρότερος εφιάλτης ζωντάνευε ξανά μπροστά στα μάτια της αφηγήτριας. 

Για ένα ποντίκι η κουζίνα είναι ο παράδεισος του κρυφτούλι. Αμέτρητες κρυψώνες, αμέτρητες διαδρομές και συνάμα ό,τι πιο σιχαμένο για τους κατοίκους της μικρής έπαυλης, που είχαν βιώσει ξανά αυτό το δράμα προ διετίας. Ο Κουταλιανός-Χάρης έχασε την ψυχραιμία του. «Τελείωσαν όλα, χαθήκαμε», ψέλλισε και άρπαξε ένα δεύτερο σκουπόξυλο. Καθώς η υπομονή τους, αλλά και ο οπλισμός τους άρχισε να λιγοστεύει, η αφηγήτρια βρήκε τον Ρατατούη εγκλωβισμένο ανάμεσα σε δύο κατσαρόλες.

Έσκυψε και τον κοίταξε στα μάτια. Ήταν συμπαθητικός και ήθελε να του δώσει μια τελευταία ευκαιρία. «Μίκι, Ρατατούη, ή όπως διάολο σε λένε, βγες έξω από το σπίτι μας και θα σε αφήσουμε να ζήσεις». Εκείνος την κοίταζε κατάματα, να καταλάβει αν του έλεγε αλήθεια, όμως τα μάτια του Κουταλιανού πέταγαν σπίθες, ήταν πασιφανές ότι τίποτα δεν μπορούσε να τον γλιτώσει. 

Σε μια στιγμή ο Ραταούη χάθηκε από τα μάτια τους. Η αφηγήτρια ούτε πρόλαβε να καταλάβει πως αυτή η τρυφερή στιγμή είχε λήξη και η δράση είχε πάρει τη θέση της. «Πίσω σου είναι!», ούρλιαξε ο Κουταλιανός-Χάρης και η ψυχραιμία που με τόσο κόπο είχε βρει η αφηγήτρια εξανεμίστηκε. Πετάχτηκε στο ταβάνι ουρλιάζοντας «πίσωωωωω μουουου?????», το κυνηγητό ξεκίνησε και πάλι, ώσπου το δεύτερο σκουπόξυλο έσπασε πάνω στο άψυχο πλέον σώμα του Ρατατούη.

Η αφηγήτρια κατάκοπη άρχισε να μαζεύει το χάος της κουζίνας, απορροφημένη στις σκέψεις της… Ποτέ δεν είναι ευχάριστο να σκοτώνεις ένα ζώο, ακόμη κι αν αυτό είναι ποντίκι. Δυστυχώς για εκείνη, οι Πληγές του Φαραώ δεν είχαν σταματημό…


«Μια κατσαρίδα!», φώναξε οργισμένος ο Κουταλιανός. Ε, όχι, αυτό πήγαινε πολύ. Δεν υπήρχαν αποθέματα ψυχραιμίας, είχε έρθει η ώρα να αφεθεί σε απόλυτη υστερία. «ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ»

15.11.17

Η Αφηγήτρια & Οι Δέκα Πληγές του Φαραώ vol1


Ήταν βράδυ Κυριακής, όταν η εξουθενωμένη αφηγήτρια άνοιξε την Πύλη του Χάους. Για πολλές ημέρες σκεφτόταν να ανοίξει αυτή την πόρτα, να πιάσει τη σφουγγαρίστρα και να φέρει βόλτα το νοικοκυριό, που λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων είχε αφεθεί στο έλεος. Τα μάτια της άργησαν να συνηθίσουν το έντονο ηλεκτρικό φως που άλλοτε έκανε τα πλακάκια του μπάνιου να αστράφτουν, μέχρι που μέσα στη μυωπία της άρχισε να εντοπίζει μικρές, μαύρες πεταλουδίτσες. Άπλωσε τη χερούκλα της και άρχισε να σκοτώνει μερικές, ώσπου γύρισε την πλάτη και στην άλλη μεριά του τοίχου αντίκρισε σμήνη από δαύτες. Να ήταν πενήντα; Εκατό;

Ήταν αδύνατο να τις μετρήσει, καθότι οι κραυγές που έβγαιναν αβίαστα από το στόμα της έκαναν τις πεταλούδες να πετούν πάνω από το κεφάλι της επιθετικά. Έφυγε και έκλεισε γρήγορα την πόρτα πίσω της και με ορμή άνοιξε το κουτί της Πανδώρας, ή αλλιώς, το ντουλάπι με τα αγαπημένα της δηλητήρια. Τα δηλητήρια της αφηγήτριας σκότωναν και την πιο δόλια κατσαρίδα, θα ήταν αδύνατο να μην εξοντώσουν μερικές πεταλουδίτσες, φαίνονταν άλλωστε τόσο, μα τόσο εύθραυστες.

Δέκα ημέρες μετά οι πεταλουδίτσες άρχισαν να εμφανίζονται και να πολλαπλασιάζονται σε όλους τους χώρους της μικρής έπαυλης, που παρεμπιπτόντως περιβαλλόταν από πυκνή βλάστηση, που περισσότερο έμοιαζε με τον Αμαζόνιο, παρά με συνηθισμένο κήπο προαστίων και σε αυτόν κατοικούσαν διάφορα πλάσματα «της φύσης». 

Κατάκοπη από τον αγώνα επικράτειας, «ή αυτά, ή εμείς!», την άλλη ημέρα το πρωί, η αφηγήτρια χτένιζε την κόμη της όταν το μάτι της έπεσε σε ένα περίεργο εύρημα εντός του λουτρού. Στην αρχή της φάνηκε ότι ήταν η ιδέα της, όταν όμως εξέτασε το στοιχείο προσεκτικά η Δεύτερη Πληγή του Φαραώ έκανε τα χέρια και τα πόδια της να τρέμουν. «Νομίζω έχουμε ποντίκι…», ψιθύρισε στο λαγωνικό της κι εκείνο φάνηκε να συμφωνεί, σαν κάτι να ήξερε, αλλά δεν μπορούσε να της το πει.
Το απόγευμα, γυρνώντας από τη δουλειά, βρήκε ακόμη δύο ευρήματα. Ήταν πλέον σίγουρο. Η έπαυλη δεχόταν επίθεση εκ των έσω. Με μανία έπιασε να σηκώνει όλα τα έπιπλα στο διάβα της, ακόμη και το πλυντήριο, αλλά δεν βρέθηκε τίποτα. Για καλή της τύχη, σε λίγο επέστρεφε ο άντρας του σπιτιού, ο Μέγας Ανιχνευτής. Και εκεί που τον περίμενε με ένα βουβό κλαψούρισμα, κουλουριασμένη στον καναπέ, ακούει ένα θόρυβο από το μπάνιο. «Πίσω και σ’ έφαγα!», ούρλιαξε και άρχισε να τρέχει προς το μπάνιο, άοπλη. Λίγο πριν φτάσει στο κατώφλι της πόρτας, ο Ρατατούης πετάχτηκε μπροστά της, άρχισε να τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα.  Πηδάει πάνω από τα πόδια της, δίνει μια σπρωξιά στον γέροντα Κύριο Τζέρι και κρύβεται κάτω από τη Βιβλιοθήκη, που σε όγκο δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας.


Όταν επέστρεψε ο Άνδρας του σπιτιού, τη βρήκε σε κατάσταση νιρβάνα, στρογγυλοκαθισμένη στον καναπέ, με σβηστά τα φώτα. «Περιμένω να βγει. Εκεί είναι…», είπε ψύχραιμα και του έδειξε τις παγίδες που είχε στήσει. Όμως εκείνος δεν μπορούσε να περιμένει το νυχτόβιο τέρας, άναψε ξανά όλα τα φώτα και σαν άλλος Κουταλιανός έσπρωξε τη βιβλιοθήκη μισό μέτρο μπροστά. Ο Ραταούης άρχισε πάλι την τρεχάλα γύρω από τα πόδια τους, βρέθηκε για λίγες στιγμές στα δόντια του λαγωνικού, ο κύριος Τζέρι παρέμενε απλός θεατής κι ο Ρατατούης ξέφευγε ξανά και ξανά.

(δυστυχώς συνεχίζεται)

26.10.17

Η δραματική ιστορία του ασανσέρ vol2


Και για όσους δεν έχετε διαβάσει το vol 1 μπορείτε να το βρείτε ΕΔΩ 



Αφού μάθαμε όλοι μαζί τις βασικές λειτουργίες του ασανσέρ, όπως για παράδειγμα, πως χρησιμοποιούμε τα κουμπιά και πως αποκωδικοποιούμε τα φωτεινά βελάκια, πάμε τώρα να ανακαλύψουμε μαζί μια νέα διάσταση της ανθρώπινης βλακείας: Τις δικαιολογίες που χρησιμοποιούν όταν κακοποιούν το ασανσέρ.
1.       Είμαι στον 3ο όροφο και μπαίνω να ανέβω στον 7ο. Το ασανσέρ φυσικά είναι φίσκα ως συνήθως και η καλή κυριούλα με τη φούστα μέχρι το γόνατο, προσπαθεί να χωρέσει σπρώχνοντας στα τυφλά όσους βρίσκονται μέσα στην καμπίνα.  Πατάει το μηδέν. Αφού την αγριοκοιτάζουμε όλοι, κάποιος που δεν κρατιέται πλέον, φωνάζει «ΠΑΕΙ ΠΑΝΩ» . «Ε ναι, αλλά (αν δεν μπω) θα χάσω το λεωφορείο μου»…

Σωστά… Ενώ το να πας βόλτα μέχρι τον 7ο για να κατέβεις ξανά έναν έναν τους ορόφους μέχρι το μηδέν, ενώ προηγουμένως βρισκόσουν στον 3ο, είναι η απόλυτη συνταγή επιτυχίας για να μη χάσεις το λεωφορείο σου.

Ηχητικό εφφέ «σββββτοοοονγκκκκ»: Πέταλο αλόγου που σου πετάγεται στο κεφάλι.

2.       Είμαι στον 7ο και θέλω να ξανακατέβω στον 3ο. Ανοίγει η πόρτα του ασανσέρ και όπως πάντα, είναι γεμάτο. Με κοιτάνε, τους κοιτάω. Αποφασίζω να περιμένω το διπλανό ασανσέρ για να μη στριμωχτώ – άσε που δεν μπορώ τις αναθυμιάσεις. Και ξαφνικά, κατεβαίνει ο κύριος που κρατάει μια βαλίτσα – δεν μοιάζει με τρομοκράτης. Η πόρτα κλείνει και ξεμένει μαζί μου στον 7ο. Πάνω στην ώρα, έρχεται το διπλανό ασανσέρ, άδειο. Μπαίνω μέσα, εκείνος κοντοστέκεται στην πόρτα, πατάω το 3, τον ρωτάω που πηγαίνει για να πατήσω τον όροφό του. Κοιτάζει με τρόμο το «3» και κατεβαίνει. «ΑΑΑΑ, καλάαα», λέει με δυσανασχέτιση. «Εγώ πάω στον 5ο», και παίρνει το δρόμο από τις σκάλες.

Είναι προφανές ότι κανείς δεν του είχε εξηγήσει πως λειτουργεί το ασανσέρ. Θα μπορούσε να περάσει όλη του τη μέρα μέσα στην καμπίνα, μέχρι το ασανσέρ να πάρει πρωτοβουλία να σταματήσει μόνο του στον 5ο.

Ηχητικό εφφέ: Ιιιιουουουαααααβρουμμμ (χαλασμένη εξάρτηση από ντάτσου)

3.       Τρίτο και καλύτερο. Είμαι στο ισόγειο και θέλω να ανέβω στον 3ο όροφο. Δίπλα μου περιμένει μια κοπέλα, περίπου στην ηλικία μου, όλα δείχνουν ότι θέλει να πάει προς τα επάνω, όπως εγώ. Η πόρτα ανοίγει διάπλατα… Διάπλατα ανοίγει και το στόμα της. «Α! Ασανσέρ! Την τουαλέτα έψαχνα»…


Ηχητικό εφφέ: Τσσσςςςςς (συντριβάνια και καταρράχτες… από το κατρουλιό χάνεις τον προσανατολισμό μου φαίνεται)

22.9.17

Το ροδάκινο

Περίμενα να διασχίσω τη Λεωφόρο Αμφιθέας, η ώρα ήταν εννέα παρά το πρωί, άλλο ένα φανάρι να με έπιανε, θα αργούσα στη δουλειά. Η πρώτη, επισήμως, ημέρα του φθινοπώρου.

Όπως κάθε ημέρα, στο ίδιο φανάρι, οι ενοχλητικοί ελληναράδες οδηγοί της Λεωφόρου Αμφιθέας, κολλάνε στον μπροστινό τους, ενώ βλέπουν ότι δεν προχωράει η λωρίδα τους και άρα, όταν ανάψει το δικό σου πράσινο δεν θα μπορείς να διασχίσεις. Θα χάσεις φανάρια, θα βρίσεις, θα χαλάσει η ημέρα σου πριν καν αρχίσει. Στην άλλη πλευρά το δρόμου είναι ο πακιστανός που πουλάει τα χαρτομάντιλα. Το δικό μου αμάξι δεν το πλησιάζει, το έχει σταμπάρει, ξέρει ότι περνάω κάθε ημέρα και δεν αγοράζω ποτέ. Στην πραγματικότητα δεν αγοράζω γενικά χαρτομάντιλα, δεν έχω ποτέ στην τσάντα από αυτό.

Εκείνη την ημέρα, συνέπεφτε και η λαϊκή αγορά, επομένως γινόταν χαμός στους γύρω δρόμους. Κάνω να στρίψω και ένας ευγενικός γεράκος που σέρνει το καρότσι της λαικής μπαίνει στο δρόμο μου. Δεν πήγαινε από το πεζοδρόμιο, αλλά κι εγώ δεν έκανα την πλέον νόμιμη αναστροφή του κόσμου. Εκείνος σταματάει, σέρνοντας το καρότσι της λαϊκής παραπέρα και μου κάνει νόημα με το χέρι να περάσω. Με περίμενε υπομονετικά να τελειώσω με τις μανούβρες μου. «Μες τη μέση κι αυτός!», είπα μουρμουρώντας, αν και το μετάνιωνα ήδη την ώρα που το ξεστόμιζα, μιας που έχω αδυναμία στους ηλικιωμένους ανθρώπους. Και αφού τελικά ολοκλήρωσα τη μανούβρα και περίμενα στο φανάρι, συνέχισα να τον παρατηρώ από τους καθρέπτες.

Εκείνος ήταν ακόμη σταματημένος και μου φάνηκε σαν κάτι να έψαχνε μέσα στο καρότσι του. Τον είδα να βγάζει από μέσα ένα λευκόσαρκο ροδάκινο, που μάλλον το είχε μόλις αγοράσει από τη λαϊκή. Το σήκωσε ψηλά και άπλωσε το χέρι του. Ακολουθώντας την κίνηση με τα μάτια, κοίταξα από τον άλλο καθρέπτη για να δω σε ποιον το δίνει… Ο γεράκος προσέφερε το φρούτο στον Πακιστανό.

Μου έμεινε. Αυτή η κίνηση ευγένειας, εντυπώθηκε μέσα μου.

Καλό φθινόπωρο!

12.9.17

Κωδικός "Νύχι" ή αλλιώς, πως να επιμηκύνετε τις διακοπές σας


Το "Νύχι" είναι ένα inside joke που στην έννοιά του εσωκλείει το μυστικό του 
"Πως να επιμηκύνετε τις 2 εβδομάδες διακοπών σας"

Φέτος το καλοκαίρι, όπως και τα προηγούμενα καλοκαίρια πριν από αυτό, έφυγα με το κεφάλι καζάνι από τη δουλειά, για να προσπαθήσω να το αδειάσω και να διακοπάρω σε μόλις δύο εβδομάδες. Για κάποιους είναι πολύ, για κάποιος λίγο, για εμένα είναι συνηθισμένο. Δουλεύω όλο το χρόνο, για αυτές τις δύο εβδομάδες που πάντα στην αρχή τους μοιάζουν μεγάλες και στο τέλος τους μικρές.  Ξέρω, είναι άδικο για όλους μας.

Γυρνώντας στο γραφείο, ύστερα από μόλις λίγες ώρες, νιώθω σαν να μην έφυγα ποτέ. Αλλά φέτος δεν έγινε έτσι.. Πρώτη φορά στα χρόνια που δουλεύω, επέστρεψα γεμάτη όμορφες αναμνήσεις, χορτάτη και ένιωθα ότι έλειπα όλο το καλοκαίρι.

Λίγες ημέρες πριν την επιστροφή μου συνειδητοποίησα ότι το μυστικό για να χορτάσεις το χρόνο σου, χωρίς αυτός να περάσει γρήγορα, είναι 1)να σπάσεις τη ρουτίνα και 2) οι φίλοι. Τη ρουτίνα, να την κάνεις κομματάκια, να την πατήσεις κάτω, να τη διαλύσεις. Προφανώς και στην καθημερινή ζωή αυτό δεν είναι εφικτό, γιατί όλοι έχουμε τη ρουτίνα μας, μεγάλο μέρος της οποίας δεν μπορούμε να αποφύγουμε. Στις διακοπές όμως, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, επαναλαμβάνουμε κάποια ρουτίνα, που νομίζουμε ότι μας ευχαριστεί, αλλά τελικά, κάνει όλες τις ημέρες των διακοπών να μοιάζουν ίδιες.

Για παράδειγμα, έχεις στο μυαλό σου κάποια συγκεκριμένη ώρα που πρέπει να πας στην παραλία και κάποια συγκεκριμένη ώρα να φύγεις. Αμέσως αμέσως, η μέρα σου μικραίνει χωρίς να το καταλάβεις. Εγώ τουλάχιστον έτσι λειτουργούσα όλα αυτά τα χρόνια, λες και χτυπούσα κάρτα στην πλαζ. Κι αν ένα καλοκαίρι πριν με έβγαζε κάποιος εκτός αυτού του προγράμματος, νόμιζα ότι χάνω τη μέρα μου.
Επίσης, στις διακοπές είναι ευκαιρία να ακολουθήσεις το πρόγραμμα των άλλων, έτσι για αλλαγή. Κάπως έτσι, κατέληξα σε μια συναυλία που ποτέ δεν είχα πρόθεση ή επιθυμία να πάω. Για αρχή, πίστευα ότι δεν γνωρίζω κανένα από τα τραγούδια αυτού του συγκροτήματος. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι ήξερα τα βασικά και ότι αυτό δεν είχε μεγάλη σημασία, γιατί στις συναυλίες ακούγονται πολλά γνωστά τραγούδια, από πολλούς διαφορετικούς καλλιτέχνες. Δεν είμαι συναυλιακός τύπος βεβαίως, όπως γνωρίζετε οι περισσότεροι, αντιπαθώ την κοσμοσυρροή. Δεν έπαθα τίποτα κακό τελικά, πέρασα καλά και πάλι. Όχι ότι θα ξαναπάω σύντομα.

Τέλος, αυτό που με βοήθησε πολύ στο project «πώς να επιμηκύνετε τις 2 εβδομάδες σας» ήταν ότι είχα την τύχη, να μοιραστώ αυτές τις διακοπές με πολλούς διαφορετικούς φίλους και παρέες, σε ποικίλους μεταξύ τους συνδυασμούς. Πολλοί άνθρωποι διαφορετικοί μεταξύ τους, που στη ζωή μας στην Αθήνα δεν συναντιόμαστε με τέτοια συχνότητα, γιατί κακά τα ψέματα, όταν έχεις περιορισμένο χρόνο μέσα στην τρελή ρουτίνα, θα δεις αυτούς που είναι εύκολο στη συνεννόηση να δεις, ή αυτούς που μένουν πιο κοντά κλπ.

Το καλοκαίρι μου μοιράστηκε μεταξύ Πάρου και Σαντορίνης και ήταν το καλύτερο μακράν, της τελευταίας  πενταετίας. Πολύ γέλιο, πολύ τραγούδι, πολύ φαί. Όλα καλά παιδιά…


Τώρα, αν μπορεί κανείς να πατάξει τη ρουτίνα και στην καθημερινότητά του, γιατί όχι. Αν και κάποια τελετουργικά είναι αναγκαία ή εξαιρετικά χρήσιμα, σίγουρα μπορούμε όλοι να κάνουμε τη ζωή μας λίγο πιο ενδιαφέρουσα, έχοντας κατά νου, πως κάθε ημέρα είναι διαφορετική ούτως ή άλλως, οπότε είναι κρίμα να ζούμε σε επανάληψη την ίδια ημέρα, περιμένοντας την καλοκαιρινή άδεια.